Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΑΘ' ΟΜΟΙΩΣΙΝ

-Αν είχα το θάρρος θα ανέβαινα στον τελευταίο όροφο αυτού του ουρανοξύστη και θα πηδούσα. Θα βίωνα για μερικά πολύτιμα δευτερόλεπτα την πολυπόθητη αίσθηση της ελεύθερης πτώσης, της πλήρους έλλειψης βαρύτητας. Θα επρόκειτο για ένα ελεύθερο τέλος, μιαν όμορφη τελευταία εντύπωση. Όμως δεν έχω το θάρρος, οπότε στέκομαι εδώ και σας μιλάω.
-Πώς μπορείτε να είστε τόσο απαισιόδοξος;
-Δεν είμαι απαισιόδοξος, απλώς αδιάφορος. Κάνω ό,τι θέλω, όποτε το θέλω.
-Και τι θέλετε τώρα;
-Να ανέβω στην κορυφή αυτού του ουρανοξύστη.
-Έχει μια καφετέρια εκεί πάνω. Ο καφές τους είναι απαίσιος. Πάμε!
Και πράγματι ο καφές ήταν απαίσιος. Η θέα όμως σε βοηθούσε να ξεχάσεις τα δέκα δολάρια που κόστιζε. Η Νέα Υόρκη του 1986 απλωνόταν στα πόδια σου, σα γυναίκα. φανερώνοντας μόνο τις ομορφιές της, πουδράροντας τις ασχήμιες. Ο ήλιος πλησίαζε στη δύση του, χαρίζοντας μια βιολετιά απόχρωση στα χρυσά της φορέματα. Ο Νίκος δεν κοιτούσε τη θέα, ούτε τη Τζοάνα. Παρακολουθούσε προσεκτικά μια μύγα που γυρόφερνε τον παραμελημένο κύβο ζάχαρης μιας χοντρής κυρίας στο διπλανό τραπέζι, ενώ εκείνη την έδιωχνε συνεχώς, δυσαρεστημένη. Κι μύγα συνεχώς ξαναπροσπαθούσε.
-Αν την άφηνε απλώς να απολαύσει τον κύβο θα ήταν και οι δύο ευτυχισμένοι.
-Συγγνώμη;
-Τίποτα.
Η Τζοάνα κοιτούσε προς το μέρος του Νίκου, με μάτια που άστραφταν από περιέργεια και ενθουσιασμό συνάμα. Πρώτη φορά αισθανόταν τόσο απροσδόκητα δεμένη με κάποιον άγνωστο. Δεν ένοιωθε έρωτα, όχι ακόμη τουλάχιστον, απλώς αντιλαμβανόταν πως επιθυμούσε να βρίσκεται διαρκώς κοντά του, να ακούει τα λόγια του, να βυθίζεται στα βαθιά πράσινα μάτια του…
-Ονομάζομαι Τζοάνα, έσπασε τη σιωπή, απλώνοντάς του το χέρι της σε χειραψία.
-Νίκος.
-Χάρηκα που σε γνώρισα.
-Αλήθεια; Γιατί; Εξαιτίας μου χύθηκε ο ακριβοπληρωμένος καφές σου από τα Starbucks και αναγκάζεσαι να υποστείς αυτό το νερόπλυμα.
-Αξίζει την παρέα σου.
-Αμφιβάλω.
Παύση.
-Λοιπόν Νικ, από πού κατάγεσαι;
-Από Ελλάδα.
-Μάλιστα… Εγώ πάλι γεννήθηκα εδώ. Πριν πόσον καιρό μετακόμισες;
-Εφτά μήνες. Θέλεις να κάνουμε σεξ στην τουαλέτα;
-…Μήπως είσαι λίγο κόπανος;
-Γιατί; Σε βρίσκω εξαιρετικά ελκυστική, προφανώς το αίσθημα είναι αμοιβαίο. Πρόκειται για το επιθυμητό αποτέλεσμα και από τις δύο μεριές. Γιατί να σπαταλάμε πολύτιμο χρόνο σε ανούσιες τυπικότητες;
Σιωπή,
-Το διαμέρισμά μου βρίσκεται στον ουρανοξύστη. Πάμε εκεί, απάντησε.

*****

Έτσι λοιπόν γνωρίστηκαν η Τζοάνα και ο Νίκος. Η Τζοάνα ήταν δικηγόρος, ένα από τα πιο υποσχόμενα ανερχόμενα αστέρια του δικηγορικού σώματος της Νέας Υόρκης. Ο Νίκος από την άλλη είχε σπουδάσει φυσική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και βρισκόταν στην πόλη για μεταπτυχιακό στη κβαντική φυσική. Το σπίτι του ήταν ένα συνονθύλευμα από πραγματείες στη φυσική, Νίτσε, Βολταίρ, Μπρεχτ, Πλάτωνα, Μπωντλαίρ. Η Τζοάνα ανακάλυπτε βιβλία οπουδήποτε. κάτω από τον καναπέ, στο ψυγείο, στην κατσαρόλα. Μια μέρα άναψε το φούρνο δίχως να έχει προσέξει το εσωτερικό του. Μέσα βρισκόταν η “Θεία Κωμωδία” του Δάντη και σε λίγο ο φούρνος είχε γίνει κόλαση. Ευτυχώς είχε πρόσφατα ανακαλύψει τη θέση του πυροσβεστήρα (μέσα σε ένα ντουλάπι για πιατικά) κι έσβησε αμέσως τη φωτιά.
Οι μέρες τους κυλούσαν σαν μικροί  ανεμοστρόβιλοι, με ταχύτητα, χάρη και μια δόση ναυτίας. Στο τέλος του πρώτου μήνα είχαν κάνει σεξ σε είκοσι-τρία διαφορετικά μέρη. Εκείνος ανακάλυψε ένα μικρό, χαριτωμένο γελάκι της όταν ερχόταν σε οργασμό κι εκείνη πως άνοιγε ελαφρώς το χρώμα των ματιών του όταν βρισκόταν σε στύση. Συχνά της διάβαζε αποσπάσματα αναγνωσμάτων, στα πιο απίθανα μέρη, τις πιο απροσδόκητες στιγμές. Στο τέλος του έκτου μήνα είχαν ταξιδέψει στην Μπανγκόγκ, τη Νυρεμβέργη, τη Ρώμη, την Αθήνα. Η Τζοάνα επέμενε να επισκεφθούν και τη Θεσσαλονίκη, όμως ο Νίκος ήταν κατηγορηματικός.
-Εξάλλου πρόκειται για μια πόλη μικρή και ανιαρή. Βρώμικη, σχεδόν όσο η θάλασσα που την περιβάλει. Πίστεψέ με, δεν αξίζει τον κόπο.

*****

Είχε μακριά καλλίγραμμα πόδια που στήριζαν το κορμί της για είκοσι-εννιά ολόκληρα χρόνια. Είχε αμυγδαλωτά καστανά μάτια που θύμιζαν καθρέφτες. Ρουφούσαν άπληστα, αντικατοπτρίζοντας στη συνέχεια τη δική τους πραγματικότητα. Είχε όμορφα στητά στήθη μεγέθους C. Μόλις πριν από τρεις μήνες τα είχε αποκτήσει. Τέσσερα χρόνια εξοικονομούσε χρήματα για αυτήν την εγχείριση. Πλέον της έμενε μόνο η τελική επέμβαση. Κόστιζε σχεδόν τα διπλάσια λεφτά, όμως με τόσο ωραίο στήθος θα μάζευε σίγουρα περισσότερη πελατεία.
Όταν ήταν εννέα ετών είχε φιλήσει έναν συμμαθητή του, τον Τζακ, στο μάγουλο. Από τότε, καθημερινά, φιλούσε ο ένας τον άλλο στο μάγουλο. Την τελευταία ημέρα προτού μετακομίσει στο Τέξας τον φίλησε πεταχτά στο στόμα.
Δύο χρόνια αργότερα ο πατέρας του του έδειξε ένα πορνοπεριοδικό. Κυρίως γυναίκες με ξεσκέπαστα στήθη. Ο Μάικ το είχε βρει ανιαρό, μα σε έξι μήνες ανακάλυψε μια φωτογραφία ενός μοντέλου ανδρικών εσωρούχων. Από τότε την κρατούσε κρυμμένη κάτω από μια σανίδα στο στάβλο, όπου εξαφανιζόταν τουλάχιστον για μία ώρα καθημερινά.
Στα δεκαέξι του ο πατέρας του έσπασε άθελά του τη σανίδα και ανακάλυψε τη φωτογραφία. Φωνές απ’ τον πατέρα, κλάματα απ’ τη μάνα. Χαστούκια απ’ τον πατέρα, κραυγές από τη μάνα. Αποφάσισαν να τον στείλουν στο τοπικό ψυχιατρείο ώστε “να θεραπευθεί”. Έφυγε κρυφά από το σπίτι του, με τη βοήθεια του Ντην, του εραστή του, ο οποίος είχε ξεκλέψει λίγα χρήματα από τη μητέρα του. Του τα έδωσε, αλλά δεν τον ακολούθησε. Έμεινε πίσω, όπως συνηθίζουν οι άνθρωποι…
-Παλικάρι μου σου εξήγησα. Δεν πέφτω κάτω από εξήντα δολάρια. Αν το θες φτηνό, να βρεις κάποια άλλα, χωρίς τέτοια προσόντα.
-Μα εγώ για τα προσόντα σου αυτά σε γουστάρω!
-Τότε δώσε εξήντα δολάρια.
Αλλά δεν τα έδωσε. Έτσι λοιπόν η Μισέλ συνέχισε να περιφέρεται στο Σέντραλ Παρκ, γυρεύοντας πελάτες. Αντιθέτως αντίκρισε στην άκρη του πάρκου δύο τύπους να παλεύουν με ένα νεαρό, τον οποίο είχαν ρίξει κατάχαμα και κλωτσούσαν με μένος. Έτρεχε προς το σημείο της συμπλοκής μόλις οι ληστές την πρόσεξαν. Απομακρύνθηκαν με ταχείς ρυθμούς.
Όταν έφτασε ο νεαρός προσπαθούσε μορφάζοντας να σταθεί στα πόδια του.
-Γεια σας δεσποινίς μου. Είπε με θεατρινίστικο ύφος και σωριάστηκε αναίσθητος στο νοτισμένο χώμα.

*****

Το όνειρό του αποτελούταν από αποχρώσεις του γκρι και του μπλε. Αδυνατούσε να θυμηθεί τι ακριβώς εικόνιζε, ξύπνησε απλώς με μια θολούρα απώλειας, θλίψης και, κατά περίεργο τρόπο, αδιαφορίας.
Άνοιξε τα μάτια του ακαριαία.
“Είμαι ακόμη ζωντανός, ε; Κρίμα, το αντίθετο θα σήμαινε πως υπάρχει μεταθανάτια ζωή και κάτι τέτοιο θα αποτελούσε μια ενδιαφέρουσα ανατροπή της κοσμοθεωρίας μου.”
Μια γυναίκα λαγοκοιμόταν σε μια καρέκλα κοντά στο κρεβάτι του. Δεν μπορούσε να τη διακρίνει με ευκολία, αλλά σίγουρα δεν έμοιαζε με τη Τζοάνα.
-Γεια σας.
Η κοπέλα άνοιξε νωχελικά τα μάτια της.
-Γεια σου. Πώς αισθάνεσαι;
-Μαστουρωμένος. Τα παυσίπονα του νοσοκομείου έχουν μιαν ιδιαίτερη χάρη, να έρχομαι συχνότερα.

*****

Τον Νίκο τον είχαν ληστέψει. Το γεγονός ότι είχε παρατηρήσει πως η ομιλία του ενός ληστή δήλωνε επιτακτική ανάγκη επανάληψης μερικών τάξεων του δημοτικού δε σχετιζόταν με κανέναν απολύτως τρόπο με τον ξυλοδαρμό που υπέστη στη συνέχεια.
Παραδόξως όμως εκείνος θεωρεί τη συγκυρία εκείνη μία από τις ευτυχέστερες της ζωής του. Έκτοτε συναντιόταν με το πρόσχαρο μυστήριο που ονομαζόταν Μισέλ σχεδόν καθημερινά. Η Τζοάνα ανησύχησε για την υγεία του και φρόντισε με ιδιαίτερη προσοχή το τσακισμένο αριστερό του χέρι. Εάν ενοχλήθηκε από τη συχνότητα των συναντήσεων του Νίκου και της Μισέλ, πάντως δεν το φανέρωσε με κανέναν τρόπο.
Υπήρχε μιαν αλλόκοτη χημεία μεταξύ των δύο αυτών ανθρώπων. Την ένοιωθε κάποιος να διαχέει τον αέρα, την ατμόσφαιρα γύρω τους. Αρχικά η Μισέλ φοβήθηκε μήπως ερωτευόταν τον Νίκο, αλλά σύντομα συνειδητοποίησε τη γελοιότητα των φόβων της. Δεν ήταν έρωτας αυτή η ένωση, παροδική και παθιασμένη. Όχι, επρόκειτο για ένα δεσμό εξαιρετικά ισχυρότερο, για μια σχέση φιλίας, ακόμη ίσως και συγγένειας. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο σε κάθε πτυχή της προσωπικότητάς του, με μοναδικό κοινό γνώμονα την απόλυτη ελευθερία.
Βέβαια η σχέση του με τη Τζοάνα εξακολουθούσε να θυμίζει επικίνδυνα όμορφη τρικυμισμένη θάλασσα, αλλά κάπου βαθιά μέσα στην ψυχή του ο Νίκος ένοιωθε να έχει πρωτοανακαλύψει την πολυπόθητη γαλήνη. Θαύμαζε τη φυσικότητα της Μισέλ. Τα πάντα πάνω της ήταν αυθεντικά, με μοναδική εξαίρεση το στήθος της. Επιτέλους είχε αντικρίσει την πλήρωση της ρήσης του Νίτσε “Γίνε αυτός που είσαι”. Όταν της αποκάλυψε τη σκέψη του αυτή τον ρώτησε ποιος στο καλό ήταν αυτός ο Νίτσε. Μήπως κάποιος τραγουδιστής;

*****

Είχαν περάσει πέντε μήνες από τον διαπληκτισμό του με τους ληστές. Το χέρι του είχε θεραπευθεί πλέον πλήρως. Η Τζοάνα είχε παραγγείλει ελληνικό φαγητό, “hellenico fagito” όπως το προέφερε. Τελευταία βρισκόταν σε ντελίριο ελληνικής κουλτούρας. Alexander the Great, Acropolis, Socrates…
-Socrates my dear ήταν τόσο ανόητος που αυτοκτόνησε χάριν του νόμου! Acropolis my dear είναι τα ερείπια ακόμη μιας θρησκείας. Μόνον ο Alexander σου αξίζει, καθώς κατέσφαξε το μισό πλανήτη, πείθοντάς τους μάλιστα ότι έπραττε έτσι για το καλό τους! Αλλά βέβαια τον έπαινο της βλακωδέστερης ιστορίας δεν το κερδίζουμε εμείς, παρά οι Γερμανοί. Η Γερμανία που γέννησε Νίτσε, Σοπενχάουερ αποφάσισε να ακολουθήσει της θεωρεία του Ρόζενμπεργκ περί ανωτερότητας των φυλών… τι ανοησία! Εάν περνούσε από το χέρι μου θα κατασκεύαζα τεράστια κρεματόρια σε κάθε περιοχή της γης, να μπούμε μέσα όλοι, να απομείνει ένας πλανήτης από πραγματικά έξυπνα ζώα. Ζώα που δε χρειάζονται κανένα θεό για δώσει νόημα στη ζωή τους. Εξάλλου τα πάντα συμβαίνουν εντελώς τυχαία, η κβαντική φυσική μας το διδάσκει αυτό με τον σκληρότερο τρόπο.
-Κι αν υπάρχει ένας Θεός χαοτικός, που μας έχει αφήσει στην τύχη μας;
-Τότε δε με ενδιαφέρει η ύπαρξή του. Μπορεί να παρακολουθεί τον κόσμο γελώντας ή να κόψει τις φλέβες του. Αδιάφορο.
-Αφού λοιπόν είτε δεν υπάρχει, είτε σου είναι αδιάφορος, δεν έχεις λόγο να εκνευρίζεσαι.
Την κοίταξε με ανάμεικτα συναισθήματα. Ήταν τόσο όμορφη, μονάχα μ’ ένα νυχτικό το οποίο δεν αποκάλυπτε τίποτα, παρά σου επέτρεπε να φανταστείς τα πάντα, να τα πλάσεις με το μυαλό σου. “Αυτή η γυναίκα θέ‘ να γίνει η καταστροφή μου” συλλογίστηκε. “Θα γίνω κι εγώ κανονικός άνθρωπος. Θα φοράω γραβάτα και θα λέω «καλημέρα σας», «τι ευτυχής σύμπτωση να σας συναντήσω εδώ!», «τι ωραίο το καινούριο σας αυτοκίνητο κύριε προϊστάμενε!». Θα αποκαλώ τους κυρίους λωποδύτες και τους λωποδύτες κυρίους. Θα παντρευτώ, θα σκαρώσω παιδιά, μικρούς σαματάδες που θα με ζαλίζουν τρέχοντας γύρω από τα πόδια μου. Κανονικός άνθρωπος. Βυθισμένος στη μακαριότητα της μετριότητας…”
Η Τζοάνα τον φίλησε απαλά.
-Σ’ αγαπώ, ψιθύρισε.
Εκείνος δεν απάντησε…
Έπειτα από μερικές ώρες η Τζοάνα κοιμόταν ημίγυμνη δίπλα του.           
“Τι ήρεμα που κοιμάται. Σαν ένα γατάκι, έτοιμη να σε ταράξει στις νυχιές αν τολμήσεις να την ενοχλήσεις.”
…ντριν, ντριν…
-Ποιος σου τηλεφωνεί Νικ;
-Η Μισέλ.
-Σε ονειρευόταν τέλος πάντων;

*****

…ντριν…
-Μισέλ, είσαι καλά; Άνοιξέ μου!
…ντριν…
-Μισέλ!
Έπειτα από δέκα λεπτά επιμόνων χτυπημάτων και φωνών η πόρτα άνοιξε. Η Μισέλ στεκόταν όρθια μετά βίας, παλεύοντας να στηριχτεί στο τραπεζάκι της κουζίνας με το ένα χέρι και κρατώντας ένα μισοτελειωμένο μπουκάλι τζιν με το άλλο.
-Έχεις υπάρξει και καλύτερα.
-Τι θες σπίτι μου;
-Μου τηλεφώνησες να έρθω, το ξέχασες;
-Σου τηλεφώνησα;
Παύση…
-‘Ισως… Τέλος πάντων, ακόμη κι αν σου τηλεφώνησα, λάθος μου. Άντε, πήγαινε σπίτι σου.
-Τι λες; Αποκλείεται! Έλα να σε βοηθήσω να κάνεις εμετό κι ύστερα να ξαπλώσεις.
Πέρασαν μιάμιση ώρα, πολλές φωνές, κλάματα και τζιν προερχόμενο από το στομάχι της Μισέλ, ώσπου εκείνη να βρεθεί στο κρεβάτι της.
-Ο διάολος να σε πάρει Νικ, νοιώθω απαίσια!
-Ενώ εγώ αισθάνομαι σα μέλισσα σ’ ολάνθιστο λιβάδι!
Μέχρι να τελειώσει τη φράση του η φίλη του είχε αποκοιμηθεί.

*****

Βρισκόταν σε μια γκρίζα αίθουσα δικαστηρίου, στο ειδώλιο του κατηγορουμένου. Δικαστής έστεκε ο Ρόι Κον.
“Μα αυτός δεν πέθανε πριν από μερικούς μήνες; Θυμάμαι είχαμε κεράσει σφηνάκια σ’ όλη τη γειτονιά.”
-Μάικλ Ντρεντ, κατηγορείσαι για ομοφυλοφιλία, πορνεία, προδοσία προς τους γονείς σου, τους φίλους σου, την ίδια σου τη φύση. Τι έχεις να πεις προς υπεράσπισίν σου;
-Δεν… ε… δεν το ήθελα. Τίποτα από αυτά δεν ήθελα, ήθελα απλώς να είμαι εγώ… να είμαι αυτός που είμαι!
-Τι σημασία έχει; Ο κόσμος δε στηρίχτηκε σε αγαθές προθέσεις. Το δικαστήριο σε βρίσκει ένοχο. Και νομίζω μπορείς να φανταστείς την ποινή σου.
Πληγές, πληγές παντού! Στα πόδια στα χέρια, στο στήθος, στο πρόσωπο… όλο της το σώμα ένας καρκίνος!
-Όχι! Πάρτε το από πάνω μου, σας παρακαλώ! Δεν είναι δυνατόν, δεν είναι ανθρώπινο!
-Τίποτα πάνω σου δεν είναι πλέον ανθρώπινο…

*****

Άνοιξε τα μάτια της ακαριαία. Ο Νίκος λαγοκοιμόταν σε μια πολυθρόνα κοντά της.
-Γεια σου.
Άνοιξε κι εκείνος αστραπιαία τα μάτια του.
-Γεια σου. Πώς αισθάνεσαι;
-Μεθυσμένη.
-Προβλέψιμο. Δεν αρκεί μια βραδιά για να μεταβολίσεις τέτοιες ποσότητες αλκοόλης! Θες να μου πεις τι συνέβη;
-Όχι.
-Μισέλ…
-Όχι είπα, δεν μπορώ, δε θέλω…
-Κοίτα, γνωρίζεις πως υπό φυσιολογικές συνθήκες θα έλεγα κάποιο σαρκαστικό σχόλιο και θα αδιαφορούσα ή τουλάχιστον θα παρίστανα τον αδιάφορο. Όχι όμως σήμερα. Σήμερα Μισέλ βρίσκομαι εδώ για να σε βοηθήσω.
-Δεν μπορείς να με βοηθήσεις. Κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει…
-Θα σε παρακαλούσα να μου επιτρέψεις να κρίνω ο ίδιος τι έχω τη δυνατότητα να κάνω και τι όχι.
-Δεν… είσαι ανόητος; Δεν μπορείς σου λέω να με βοηθήσεις!
Ο Νίκος δεν αποκρίθηκε, παρά συνέχισε να την κοιτάζει υπομονετικά.
-Ορίστε, να! Τη βλέπεις αυτή την πληγή; Είναι η αρχή του τέλους!
-Κάπου θα χτύπησες, κάποιο αγγείο θα έσπασε.
-Έγκριτοι γιατροί θα διαφωνήσουν μαζί σου…

*****

-Έλα, τι κάνεις;
-Ετοιμάζομαι να πάρω τη Τζοάνα, να πάμε για φαγητό.
-Αχά… ξέρεις μαγείρεψα και μου βγήκε πολύ. Θέλετε να περάσετε από εδώ;
-Παρόλο που φοβάμαι την τροφική δηλητηρίαση, δεν είναι ο μόνος λόγος που δε γίνεται. Βλέπεις σήμερα γιορτάζουμε δύο χρόνια μαζί κι έχω κλείσει τραπέζι στο Alehandro’s.
-Α, ρομαντικό ραντεβού! Τέσσερα χρόνια λοιπόν, ε;
-Ναι, τέσσερα χρόνια από τότε που με τράβηξε με τα δίχτυα της και με κρατά σαν ψάρι στη γυάλα των θέλγητρών της. Γελάς; Μου έχει στερήσει ότι πολυτιμότερο έχω, την ελευθερία μου, κι όμως εγώ την αγαπώ. Ακόμη γελάς;
-Νικ…
-Καλά, μην αρχίζεις! Δε θα…
-Νικ, δεν αισθάνομαι καλά…
-Δηλαδή; Μισέλ; Μισέλ, απάντησέ μου!

*****

-Ξέρεις, συνήθως όταν αγχώνομαι ανασαίνω βαθιά. Εισπνοή, εκπνοή. Ταυτόχρονα φαντάζομαι εκείνες τις μπαλίτσες στα πνευμόνια μας…
-Τους βρόγχους.
-Τους βρόγχους, ναι. Τους φαντάζομαι λοιπόν φουσκώνουν και να ξεφουσκώνουν, όπως σ’ ένα ντοκιμαντέρ που είχα παρακολουθήσει κάποτε. Με αυτόν τον τρόπο χαλαρώνω.
 Βέβαια τώρα πλέον ποιος ξέρει πώς είναι τα πνευμόνια μου…
-Μια χαρά είναι οι πνεύμονές σου! Κι βρόγχοι σου λειτουργούν κανονικά, όπως τους φαντάζεσαι.
-Νικ μην παριστάνεις τον ανόητο, δε σου ταιριάζει ο ρόλος.
 -Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς.
-Ορίστε, δεν ένοιωσες γελοίος μόλις τώρα; Κι οι δυο μας γνωρίζουμε πιο θα είναι το αποτέλεσμα των εξετάσεών μου. Έχω πνευμονία, το νοιώθω, το αισθάνομαι…
-Τα ίδια έλεγες και την προηγούμενη φορά.
-Νικ, δεν αντέχω άλλο! Ίσως… ίσως είναι καλύτερα έτσι, κουράστηκα. Μα… κλαις;
“Κλαίω; Περίεργο. Θαρρούσα την είχα ξεχάσει αυτή την τέχνη.”
-Ερεθίστηκε λίγο το δεξί μου μάτι, θα μπήκε τίποτα. Μη λες ανοησίες Μισέλ, δε σου συμβαίνει τίποτα. Και μην ξαναμιλήσεις έτσι. Εσύ είσαι η προσωποποίηση της ζωής. Μη γελάς, αν είχε σώμα, πρόσωπο θα ήταν τρανς, πίστεψέ με. Λοιπόν, αν δεν απατώμαι, η απαισιοδοξία είναι δική μου ειδικότητα. Έχω μαζί μου τζιν, τσιγάρα και το κασετόφωνο. Θα το γιορτάσουμε, όπως την προηγούμενη φορά.
-Την προηγούμενη φορά μας κάνανε παρατήρηση οι νοσοκόμες.
-Λογικό, τόσα κόμπλεξ που δεν κατάφεραν να γίνουν γιατροί πού θα τα βγάλουν; Όταν όμως κάθονται στους γιατρούς στα άδεια δωμάτια κανείς δεν τους κάνει παρατήρηση τότε.

Η Μισέλ άρχισε να γελάει με ένα γέλιο παράξενο που έμοιαζε με λυγμό και κατέληξε σε έναν σκληρό φλεγματικό βήχα.

-Είδες; Ήδη αρχίσαμε να διασκεδάζουμε. Μη στεναχωριέσαι για τις νοσοκόμες, τις άφησα 20 δολάρια για να μας αφήσουν στην ησυχία μας.

*****

Αμέτρητοι φιλόσοφοι έχουν καταπιαστεί με το αλλόκοτο ζώο που ονομάζεται άνθρωπος. Πάνε αιώνες τώρα που παλεύουν να αντιληφθούν τη φύση, την σκέψη, την ουσία του μοναδικού πλάσματος που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του κατασκευαστή του. Μελέτησαν την ψυχοσύνθεσή του, το σώμα του, τον εγκέφαλό του, την καταγωγή του, τις ιδέες του. Μελέτησαν μέχρι και τον ίδιο το δημιουργό του, γυρεύοντας το πραγματικό πρόσωπο αυτού στον οποίο καλείται να μοιάσει ο άνθρωπος. Και τελικά κατέληξαν σ’ ένα πολύτιμο συμπέρασμα, το οποίο βεβαίως αξίζει κάθε θυσία που πραγματοποιήθηκε στο βωμό του:
Δεν υπάρχει απάντηση.
Κανείς μας δεν έχει τη δυνατότητα να κατανοήσει τι κρύβει κάποιος βαθιά μέσα του. Ο Νίκος για παράδειγμα δεν υποψιάστηκε τη βραδιά εκείνη ότι η Μισέλ σκόπευε να κόψει τις φλέβες των χεριών της μ’ ένα αποστειρωμένο νοσοκομειακό μαχαίρι. Η ανεξήγητη έλξη της Τζοάνας προς τον Νίκο δεν εξηγήθηκε με κανέναν τρόπο, ούτε καν από τον ίδιο της τον  εαυτό. Κανείς δεν έμαθε ποτέ για τα λευκά φαντάσματα του παρελθόντος του Νίκου, φαντάσματα που ξέβαψαν τα χρωματιστά όνειρα που είχε κάποτε και τον οδήγησαν σε μίσος για τη μικρή γενέτειρά του, για τους μικρούς ανθρώπους, για τον μικρό Θεό.
Η φύση του Θεού από την άλλη μεριά δεν έγινε ούτε κι αυτή ποτέ γνωστή. Μας δημιούργησε; Τον δημιουργήσαμε; Το μόνο βέβαιο είναι πως σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις, πλέον έχει υπόσταση, είναι υπαρκτός. Και όσο η αιωνιότητα προχωράει μας μοιάζει όλο και περισσότερο.
Τι σημαίνει λοιπόν η διάσημη ομοίωσιν για τον καθένα μας; Συνήθως περνάμε όλη μας τη ζωή, τη σπαταλάμε, ψάχνοντας στα τυφλά. Το μικρό χωριατόπαιδο όμως, ο Μάικλ ήξερε ότι για εκείνον σήμαινε να αλλάξει όλη του την ύπαρξη. Και προσπάθησε, πραγματικά, με όλη του τη δύναμη, μα το τίμημα ήταν δυσβάσταχτο. 
Και το πλήρωσε με κάθε σταγόνα από το αίμα της.

*****

“Δεν πιστεύω να περιμένατε να ξεκινήσω δηλώνοντας ότι έχω σώας τας φρένας. Εξάλλου ποτέ δεν είχα σώας τας φρένας. Μια ζωή (ή μάλλον δύο) ήμουν είτε τρελός είτε τρελή.
Θαρρεί κανείς η ασθένεια αυτή είναι ο λοιμός της εποχής μας. Παλιά όταν οι θεοί οργιζόντουσαν έστελναν πανούκλα και χολέρα. Σήμερα αυτές τις θεραπεύσαμε, οπότε ο Θεός, γεμάτος θυμό για τον έκλυτο βίο μας, μας έφερε το AIDS.
Είναι κι αυτή μια εκδοχή… ελπίζω λανθασμένη. Όχι γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα θεωρούμαι ανήθικη, παρά γιατί ο Θεός θα είναι σκληρός και αδιάλλακτος. Γεμάτος μίσος, σαν τις αυστηρές αγιογραφίες και τα αγάλματά του.
Νίκος, λυπάμαι που δεν έμεινα λίγο παραπάνω. Ήθελα, πίστεψέ με. Σε ευχαριστώ! Εσύ με έπεισες να μη δεχθώ το θάνατο δίχως μάχη, να διεκδικήσω ακόμη λίγα χρόνια από τη ζωή. Σ’ εσένα λοιπόν αφήνω όλα μου τα υπάρχοντα. Δεν έχω πολλά χρήματα, όμως αρκούν για μια συμπαθητική κηδεία και για να γεμίσεις τη βιβλιοθήκη σου λίγο ακόμα. Τα ρούχα μου δεν πιστεύω να θες να τα κρατήσεις, οπότε μοίρασέ τα σε παρακαλώ σε άλλες τρανς. Όλα εκτός από το λευκό φόρεμα και τα κρεμ παπούτσια που αγόρασα πριν δύο μήνες. Αυτά θα ήθελα να τα φορέσω.
Μου είχες πει ότι στην Ελλάδα το φέρετρο πλημυρίζει από άνθη. Θα μου άρεζε κάτι τέτοιο, να φαίνεται μόνο το πρόσωπό μου. Εξάλλου το σώμα μου ποτέ δεν το αγάπησα, όχι πραγματικά. Με αυτόν τον τρόπο θα έχω τουλάχιστον ένα τέλος τριαντάφυλλο.
Σε παρακαλώ επίσης να προσπαθήσεις να δεχθούν να με θάψουν θρησκευτικά. Ξέρω, αποδοκιμάζεις τέτοιες ενέργειες, αλλά θα μου άρεζε η ιδέα να ανήκω κάπου… έστω και μετά θάνατον.
Νικ, αποτελείς ένα μοναδικό δείγμα ανθρώπου. Γελάς; Αναλογίσου απλώς τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεις το περιβάλλον σου. Σαν κομήτης, περαστικός από τον κόσμο μας. Κρατάς κοντά σου μόνον όσους μπορούν να σε ακολουθήσουν, να διαγράψουν την τροχιά σου.
Μα κανείς δεν μπορεί! Όχι πραγματικά. Φοβάμαι, τρέμω καθώς συλλογίζομαι πόσο μόνος θα νοιώσεις. Εσύ, που μου χάρισες απλόχερα τη ζεστασιά της καρδιάς σου, αδυνατείς να αισθανθείς την ίδια της τη θέρμη! Νικ… δεν ξέρω αν πράττεις το σωστό απομακρύνοντας τον εαυτό σου από τη φθορά του κόσμου, ξέρω όμως ότι δεν έχεις άλλη επιλογή. Θύμα της ίδιας σου της οξυδέρκειας βλέπεις πρώτα τις σκιές κι έπειτα τα πράγματα. Γελάς στο θάνατο, κλαις στη ζωή. Υψώνεσαι σε ύψη άφταστα για τους υπόλοιπους… όχι γιατί το θέλεις, αλλά γιατί αδυνατείς να αυτοπεριοριστείς…
Αυτός είναι ο θάνατος λοιπόν, γέλα… και προπάντων μη σταματάς!
ΥΓ για να αλλάξουμε τόνο. Στην κηδεία μου θέλω μουσική! Εμπιστεύομαι το γούστο σου Νικ, αρκεί να μην ακουστούν πένθιμα τραγούδια. Και τέλος (ξέρω γίνομαι φορτική, όμως δεν πρόκειται να σου ξαναζητήσω οτιδήποτε), μου είχε αρέσει η ιστορία εκείνου του συγγραφέα σας του οποίου ακόμη και ο τάφος του μιλάει για ελευθερία. Φαντάσου, να υμνείς ό,τι πιστεύεις μέχρι και με τον θάνατο σου! Για αυτό σε παρακαλώ, σκάλισε και στη δική μου πλάκα
 «Επιτέλους είμαι ελεύθερη»”

*****

…Δέκα χρόνια μετά…
Η Τζοάνα διευθύνει το δικηγορικό της γραφείο, σε συνεργασία με το σύζυγό της Γκρεγκ. Ο χωρισμός της με τον Νίκο δεν ήταν εύκολος, ήταν όμως σίγουρα αναπόφευκτος. Όλοι οι ανεμοστρόβιλοι τελειώνουν κάποτε… Έχει δύο παιδιά, τη Λίντα και τον Νικ.
Ανά καιρούς προσπαθούσε να μάθει τι απέγινε ο Νικ… Ο δικός της Νικ, όπως συνήθιζε να τον λέει, γνωρίζοντας βαθιά μέσα της το ψέμα αυτής της φράσης. Κάποιος παλιός της φίλος της είπε ότι γνώρισε έναν αλλόκοτο Έλληνα στο Θιβέτ. Διάβασε σε μια εφημερίδα για την τραγική αυτοκτονία ενός νέου, ο οποίος έπεσε από το Ταζ Μαχάλ γελώντας. Ένας Αμερικανός ψυχίατρος ανέλυε σε ένα άρθρο του την ψυχοσύνθεση του έγκλειστου Ν., ο οποίος έχει ένα μυαλό που “όμοιό του δεν έχει ξαναδεί”…
Δεν έψαξε παραπάνω. Δε ρώτησε.
Γιατί; Ούτε αυτή γνωρίζει.
Φαντάζομαι πως φοβάται. Άνθρωποι σαν τον Νίκο σπανίως καταφέρνουν να κατασκευάσουν έστω και μια καρικατούρα της ευτυχίας.

Φαντάζομαι της αρκεί να ελπίζει στην αγάπη ενός θεού παρά να γνωρίζει το μίσος του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχολιάστε με ανελέητα!