Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΥΓΗΣ



Γυρεύω να ζήσω τη ζωή μου
από αυτήν την πόλη μακριά,
που μονάχα ξέρει την ψυχή μου
μ’ αμέριστ’ ηδονή να τυραννά.
Να φύγω αλλού, να ταξιδέψω
σ’ άγνωστα νερά απ’ τους ανθρώπους.
Αμύθητα πλούτη να γυρέψω,
σ’ άλλη γη να πάω, σ’ άλλους  τόπους.

“Μια πόλις” νομίζει ο ποιητής
“θα βρεθεί καλύτερη απ’ αυτή”.
Άγονο τούτο το χώμα κι η γης
στέρφα, ωσάν σπαραχτική κραυγή.
Καινούριες πατρίδες να πατήσω,
σε άλλους θεούς να δώσω όρκους.
Νέο χώμα ψάχνω να φιλήσω,
σ’ άλλη γη να πάω, σ’ άλλους τόπους.

Στα παζάρια απ’ την Ανατολή
να ψάχνω χρυσό, λινό και μύρο.
Στου Διονύσου την Ιερή Γιορτή
το είδωλό μου αργά να φθείρω.
Κι ελπίζω πως ίσως κάποια μέρα,
πίσω απ’ τους μαυρισμένους λόφους,
μιαν Αλήθεια νιώσω στον αγέρα.
Σ’ άλλη γη να πάω, σ’ άλλους τόπους.

Μα ποιον γελάω, αφού το ξέρω.
έχω κουραστεί απ’ τους ανθρώπους,
αλλά δεν τολμώ, όσο κι αν θέλω,
σ’ άλλη γη να πάω, σ’ άλλους τόπους.

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

FUTILE WAY


From the very first moment you stepped into this world
-your very first cry-
silent.

Then you grew up full of strength and immortality
-your very first laugh-
silent.

You were just too curious for this life and its truths
-your very first thought-
silent.

Too curious to sense death’s chilly breath on your neck
-your very first lie-
silent.

And now that this life of yours slowly comes to an end
-your very first fear-
silent.

You can see at last what a big waste your years were
-your very first truth-
silent.

How you silently crossed this world, trying to make sound
-your very last breath-
silent.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

ΚΩΜΩΔΙΑ ΣΕ ΠΕΝΤΕ ΠΡΑΞΕΙΣ



I
Μη γελάς!
Μη γελάς μαζί μου, σε παρακαλώ!
Μη γελάς με το μωρό και με το κλάμα του το πρώτο.
με το κοριτσάκι και τις ξανθές μπουκλίτσες του τις παιδικές.
με τη ρομαντική έφηβη που προσπαθεί να κάνει κρότο.
με τη γυναίκα και τις κραυγές της τις ηδονικές.

ΙΙ
Μη γελάς!
Τι το τόσο αστείο βλέπεις πια;
Κι είν’ η ζωή μου, στους δρόμους διαρκώς χαμένη.
Καράβι, που αιώνια στη θάλασσα ταξιδεύει,
δίχως να πιάνει λιμάνι.
άλλες φορές γιατί δε θέλει
κι άλλες γιατί τη διώχνουν οργισμένοι οι κάτοικοι κρατώντας μαχαίρια
και πυρσούς πυρωμένους.
Παγωμένο το αλμυρό νερό στα χέρια.
τριγύρω τέρατα από καιρούς καταραμένους.
Γελάνε ανάμεσα στα μεγάλα τους δόντια,
-όργανα του βασανιστηρίου μου-
γελάνε τρανταχτά.
Μαζί τους γελάς κι εσύ,
ενώνεσαι μ’ αυτά.
Κι οι ζοφερές σας φωνές γίνονται ένα…

III
Γελάς!
Γελάτε!
Γελάτε, κι οι ζοφερές σας φωνές γίνονται ένα.
Κι είν’ η ψυχή μου
(αν αυτό που έχουμε μέσα μας λέγεται πραγματικά ψυχή)
παραμορφωμένη σκιά που απλώνεται στους τοίχους.
Μπορείς να μυρίσεις το ψωμί και το κρασί,
να ακούσεις της καρδιάς τους χτύπους,
ακόμη και να ‘χεις την ψευδαίσθηση ότι την ακουμπάς.
μα εσύ ξέρεις πως είναι ψέμα και γελάς.
Γελάς με τον απόηχο ενός κάποτε αρτιμελούς κορμιού.
Γελάς με τη σκιά που διψά για φως
(εξάλλου, πώς θα υπήρχε δίχως αυτό;)
κι όμως το αποφεύγει πάση θυσία.
Κρύβεται στα σκοτεινά, γυρεύει προστασία,
μα πού να τη βρει;
Κι όλο στα σκοτάδια προχωράει μοναχή…

IV
Γέλα!
Γέλα, γελάω κι εγώ!
Πράγματι, αστεία που είναι η ζωή!
Πάντοτε γελούσαμε μαζί.
Μες στην κούνια μου την ξύλινη με τα κάγκελα
άκουγα το γέλιο σου και γελούσα,
κι ας μην ήξερα το λόγο.
Και τώρα, που τα κάγκελα είναι πλέον σιδερένια,
νιώθω ότι επιτέλους καταλαβαίνω.
Κι όλο γελάω και ψάχνω και μαθαίνω.
Κι οι ζοφερές μας φωνές γίνονται ένα…

V
Γελάμε!
Πάντα θα γελάμε, εσύ κι εγώ!
Μέσα στο μεγάλο, άδειο σπίτι μου εδώ,
που μυρίζει κυπαρίσσι και νοτισμένο χώμα.
θα γελάμε και τότε ακόμα.
Θα ψέλνουμε το Requiem του Mozart μέσα στα γέλια μας
και θα θυμόμαστε τις καλύτερες ατάκες τούτης της κωμωδίας.
Της μαύρης κωμωδίας που θα ‘χει πια τελειώσει,
με τις ζοφερές μας φωνές να γίνονται ένα…

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

ΔΩΡΟΝ ΑΔΩΡΟΝ


Μοναξιά! Τα ξύλινα βέλη και των κενταύρων οι οπλές.
Ο κοκάλινος εσταυρωμένος πού ‘δες στην εκκλησία.
Ο χιτώνας ματωμένος από των Στυμφαλίδων τις ραμφιές.
το γλυκό κρασί με το πικρό ψωμί στην Θεία Κοινωνία.

Μοναξιά! Η τσακισμένη πύλη τούτου του Παραδείσου.
Τα δυο λευκά περιστέρια που ερωτευτήκαν στους Δελφούς.
Οι εξωτικοί τόποι που κρυφά κλέψανε την αυγή σου.
και οι βασανισμένες κραυγές που στον ύπνο σου ακούς.

Ορκίστηκες ότι ποτέ δε θα προδώσεις τη Ζωή!
Μα σαν η καμπάνα Πένθιμη Παρασκευή ξημερώνει,
να μην ξεχνάς πως η Ανάσταση ποτέ της δε θα ‘ρθεί.
και ότι ο ήλιος τα φτερά σου πάντοτε θα λιώνει.

Τώρα πια φύγανε όλοι! Φύγανε, κι έμεινες μοναχός σου.
Μες’ στο πλήθος, να ψιθυρίζεις στίχους με νόημα βαθύ.
Μα να θυμάσαι πως χάρη στην καρδιά και στο μυαλό σου,
η δυστυχισμένη σου ψυχή ποτέ γαλήνη δε θα βρει.

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

ΟΤΑΝ ΚΑΤΕΒΟΥΜΕ ΤΗ ΣΚΑΛΑ...


Αυτές τις μέρες διάβασα ένα βιβλίο με ποίηση του Καρυωτάκη και της Πολυδούρη. Μέσα είχε και το τελευταίο του σημείωμα αυτοκτονήσει. Ο Καρυωτάκης είχε σύφιλη, ανίατη για την εποχή ασθένια κι αδύνατον να εμποδιστεί η διάδωσή της, αφού Το Φεβρουάριο του 1928 τον αποσπά η δημόσια υπηρεσία όπου δούλευε στην Πάτρα και τον Ιούνιο στην Πρέβεζα. Από εκεί στέλνει απελπισμένα γράμματα σε συγγενείς και φίλους, περιγράφοντας την αθλιότητα που κυριαρχεί σ' αυτήν την πόλη. Στις 20 Ιουλίου πηγαίνει στο Μονολίθι και γυμνός πέφτει στην θάλασσα προσπαθώντας - επί δέκα ώρες - να πνιγεί, μάταια όμως γιατί ήταν καλός κολυμβητής. Το πρωί της 21, γυρνώντας σπίτι του, πίνει ήρεμος το γάλα που του προσφέρει η σπιτονοικοκυρά του, ξαναφεύγει, αγοράζει ένα περίστροφο και πάει σ'ένα καφενεδάκι, όπου φυτεύει μια σφαίρα στην καρδιά του. Στην τσέπη του βρίσκεται το τελευταίο σημείωμά του.

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.
Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι.
Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος.
Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
Κ.Γ.Κ.
[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.



Αυτός ο άνθρωπός αυτοκτονούσε και μέχρι και το τελευταιο λεπτό διατηρούσε το χιούμορ του σ' ακέρια κατάσταση! Μετά, τι να πει κάποιος για το έργο του... Οι καταραμένοι ποιητές...