Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

ΚΩΜΩΔΙΑ ΣΕ ΠΕΝΤΕ ΠΡΑΞΕΙΣ



I
Μη γελάς!
Μη γελάς μαζί μου, σε παρακαλώ!
Μη γελάς με το μωρό και με το κλάμα του το πρώτο.
με το κοριτσάκι και τις ξανθές μπουκλίτσες του τις παιδικές.
με τη ρομαντική έφηβη που προσπαθεί να κάνει κρότο.
με τη γυναίκα και τις κραυγές της τις ηδονικές.

ΙΙ
Μη γελάς!
Τι το τόσο αστείο βλέπεις πια;
Κι είν’ η ζωή μου, στους δρόμους διαρκώς χαμένη.
Καράβι, που αιώνια στη θάλασσα ταξιδεύει,
δίχως να πιάνει λιμάνι.
άλλες φορές γιατί δε θέλει
κι άλλες γιατί τη διώχνουν οργισμένοι οι κάτοικοι κρατώντας μαχαίρια
και πυρσούς πυρωμένους.
Παγωμένο το αλμυρό νερό στα χέρια.
τριγύρω τέρατα από καιρούς καταραμένους.
Γελάνε ανάμεσα στα μεγάλα τους δόντια,
-όργανα του βασανιστηρίου μου-
γελάνε τρανταχτά.
Μαζί τους γελάς κι εσύ,
ενώνεσαι μ’ αυτά.
Κι οι ζοφερές σας φωνές γίνονται ένα…

III
Γελάς!
Γελάτε!
Γελάτε, κι οι ζοφερές σας φωνές γίνονται ένα.
Κι είν’ η ψυχή μου
(αν αυτό που έχουμε μέσα μας λέγεται πραγματικά ψυχή)
παραμορφωμένη σκιά που απλώνεται στους τοίχους.
Μπορείς να μυρίσεις το ψωμί και το κρασί,
να ακούσεις της καρδιάς τους χτύπους,
ακόμη και να ‘χεις την ψευδαίσθηση ότι την ακουμπάς.
μα εσύ ξέρεις πως είναι ψέμα και γελάς.
Γελάς με τον απόηχο ενός κάποτε αρτιμελούς κορμιού.
Γελάς με τη σκιά που διψά για φως
(εξάλλου, πώς θα υπήρχε δίχως αυτό;)
κι όμως το αποφεύγει πάση θυσία.
Κρύβεται στα σκοτεινά, γυρεύει προστασία,
μα πού να τη βρει;
Κι όλο στα σκοτάδια προχωράει μοναχή…

IV
Γέλα!
Γέλα, γελάω κι εγώ!
Πράγματι, αστεία που είναι η ζωή!
Πάντοτε γελούσαμε μαζί.
Μες στην κούνια μου την ξύλινη με τα κάγκελα
άκουγα το γέλιο σου και γελούσα,
κι ας μην ήξερα το λόγο.
Και τώρα, που τα κάγκελα είναι πλέον σιδερένια,
νιώθω ότι επιτέλους καταλαβαίνω.
Κι όλο γελάω και ψάχνω και μαθαίνω.
Κι οι ζοφερές μας φωνές γίνονται ένα…

V
Γελάμε!
Πάντα θα γελάμε, εσύ κι εγώ!
Μέσα στο μεγάλο, άδειο σπίτι μου εδώ,
που μυρίζει κυπαρίσσι και νοτισμένο χώμα.
θα γελάμε και τότε ακόμα.
Θα ψέλνουμε το Requiem του Mozart μέσα στα γέλια μας
και θα θυμόμαστε τις καλύτερες ατάκες τούτης της κωμωδίας.
Της μαύρης κωμωδίας που θα ‘χει πια τελειώσει,
με τις ζοφερές μας φωνές να γίνονται ένα…