Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Αύγουστος 1936-Οκτώβριος 2015

¡Oh Cordero cautivo de tres voces iguales!
Federico Garcia Lorca

Βγείτε στα παράθυρα να δείτε! Σέρνουν
έναν συμμορίτη, έναν κέρινο αθίγγανο
και έναν σοδομίτη.
Για κοιτάξτε. στέμμα ακάνθινο φορούνε,
τα κουρελιασμένα ρούχα τους τα τρώγανε
βραδιές εφτά κι ημέρες τα ποντίκια,
πλάτες ποτισμένες με κρασί και με αλeύρι
κουβαλούν εβένινους σταυρούς αγκυλωτούς.

Κοπέλες του Χορτιάτη, παλικάρια
απ’ το Δίστομο και την Καισαριανή
βγείτε στα παράθυρα να δείτε! Σέρνουν
τον αιχμάλωτο Αμνό με
τις τρεις ίδιες τις φωνές Του.



Οι κατσίβελες γλεντούσαν στις πλατείες
κι οι Εβραίοι είχανε ανάψει πράσινες φωτιές
στα περιβόλια.

Πεινούσες, σου δώσαν σαπισμένα πορτοκάλια
σε πιατέλα αργυρή.
Διψούσες, σου δώσαν αλμυρό νερό.
Πονούσες, και σου σταλάξαν λίγο κώνειο.


Πέρασε σχεδόν αιώνα που σε περιμένω να
αναστηθείς, σχεδόν αιώνας…
Των ανθρώπων τα φτερά σαπίσαν και τα αστέρια
έχουν πάψει τόσα χρόνια
να πετούν! Χρυσός προβάλει
ήλιος σκονισμένος. μια Αυγή καινούρια.
Μέρα νέα μα παλιά σε περιμένω,
σε θρηνώ και
σε φοβάμαι.

Ήρθε ο καιρός και πάλι Ποιητή να σε σκοτώσουν.


Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Έτσι απλά

Στον Λάμπρο με αγάπη

Το όνειρο του νεαρού γιου του Ατρείδη βασιλιά
μεταμορφώθηκε σε γκροτέσκο εφιάλτη.
Πνεύματα στοιχειώσαν τα σοκάκια του μυαλού μου
κι η ψυχή μου (αν πραγματικά κρύβεται στα κουφάρια μας ψυχή)
παραδόθηκε σε γαλάζια ασπροκέφαλα τέρατα.
Με κυνηγούν οι άνθρωποι στα ερειπωμένα σπίτια,
φωνάζουν για σκοτάδι και θάνατο και μοίρα.
αίμα έχει κολλήσει στα μαλλιά τους, φωτιά πετάει
από τα μικρά –τόσο μικρά- τους μάτια.
Κι όταν είχα αρχίσει πλέον να ρωτάω
γιατί άραγε να αγαπάω ακόμη τους ανθρώπους,
ήρθες εσύ.

Έτσι απλά

Κι έτσι απλά η ζωή αυτή μου φάνηκε αρκετή.
Κι έτσι απλά οι άνθρωποι είχαν όλοι αθωωθεί.
Τούτο το χώμα δεν ήταν πια ο αμείλικτος τάφος
αμέτρητων περασμένων γενεών, παρά ο τόπος
για να απλώσουμε μαζί τις πεπερασμένες μέρες μας.

Κι ακόμη μια φορά κινδυνεύω να σε χάσω.

Έτσι απλά

Κι οι φωνές μου τραγουδούν για σκοτάδι και θάνατο και μοίρα,
και το χώμα αυτό φουσκώνει από το αίμα,
κι εγώ κουλουριάζομαι σε μια μικρή γωνιά και θρηνώ.

Θρηνώ αμέτρητες ζωές που πέρασαν, παρήλθαν.
έλιωσαν γοργά, δίχως να σταθούν να ακούσουν
-έστω και για μια στιγμή- τον χτύπο μιας ειλικρινούς καρδιάς.


Έτσι απλά.