Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

ΔΩΡΟΝ ΑΔΩΡΟΝ


Μοναξιά! Τα ξύλινα βέλη και των κενταύρων οι οπλές.
Ο κοκάλινος εσταυρωμένος πού ‘δες στην εκκλησία.
Ο χιτώνας ματωμένος από των Στυμφαλίδων τις ραμφιές.
το γλυκό κρασί με το πικρό ψωμί στην Θεία Κοινωνία.

Μοναξιά! Η τσακισμένη πύλη τούτου του Παραδείσου.
Τα δυο λευκά περιστέρια που ερωτευτήκαν στους Δελφούς.
Οι εξωτικοί τόποι που κρυφά κλέψανε την αυγή σου.
και οι βασανισμένες κραυγές που στον ύπνο σου ακούς.

Ορκίστηκες ότι ποτέ δε θα προδώσεις τη Ζωή!
Μα σαν η καμπάνα Πένθιμη Παρασκευή ξημερώνει,
να μην ξεχνάς πως η Ανάσταση ποτέ της δε θα ‘ρθεί.
και ότι ο ήλιος τα φτερά σου πάντοτε θα λιώνει.

Τώρα πια φύγανε όλοι! Φύγανε, κι έμεινες μοναχός σου.
Μες’ στο πλήθος, να ψιθυρίζεις στίχους με νόημα βαθύ.
Μα να θυμάσαι πως χάρη στην καρδιά και στο μυαλό σου,
η δυστυχισμένη σου ψυχή ποτέ γαλήνη δε θα βρει.