Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ


Ι

Προχωράνε συνεχώς,
μέσα σε παρθένα δάση.
Στο σκοτάδι το βαθύ,
αναζητάνε φως.

ΙΙ

Κι όλο προχωρούν.
Διαρκώς ψάχνουν αλήθειες.
Στη Γη,
στον Παράδεισο,
στην Κόλαση.
Στο χώμα,
στον αέρα,
στη φωτιά.
Στα βλέμματα που καρτερούν,
μέσα στα σκοτεινά.
Στα βιβλία,
στο ποτό,
στα ναρκωτικά.
Στα όνειρα που κάνανε παιδιά.
Στα ποτάμια,
στις λίμνες,
στους ωκεανούς.
Στα δελφίνια που χοροπηδούν,
μες’ στους αφρούς.
Όλο αναζητούν.

ΙΙΙ

Όλο αναζητούν και προχωρούν.
Κάποτε, κάτι θα βρουν,
με τους υπόλοιπους ανθρώπους,
για να μοιραστούν.
Κι αυτοί,
μ’ αχαριστία περισσή,
-όλοι δεν είμαστε αχάριστοι,
εξάλλου;-
θα τους απαρνηθούν.
Σαν τον τρελό κάθε χωριού,
που τραγουδά αδίκως.
Σαν τον σκλάβο,
που ξύπνησε κι είδε την αλήθεια.
Σαν την Κασσάνδρα,
καταραμένοι να μην τους ακούν.
Σαν τον Τειρεσία,
τυφλώθηκαν για να δουν.
Απόκληροι και ξένοι.

ΙV

Κι όμως, όλο προχωρούν.
Κι ας είναι αδικημένοι.
Από θεούς κι ανθρώπους,
πλέον ξεχασμένοι.
Αυτοί προχωρούν,
και πάντοτε θα προχωρούν.
Όσα κι αν περάσουν χρόνια.
Θα προχωρούν αιώνια.

V

Κι όταν έρθει ο καιρός,
για τη ζωή τους να κριθούν,
ίσως κι ο ίδιος ο Κριτής,
να τους γυρίσει την πλάτη.
-Ποιος πιστεύει άλλωστε,
στη δικαιoσύνη;-
Κι ίσως, προτού τους καταδικάσει,
να τους αφήσει ν’ απολογηθούν.
Τότε κι εκείνοι,
όλα τα πλούτη πού ‘χουν μάσει,
όποια αλήθεια,
όποια ιδέα,
όποια αξία,
όποια έχουν βρει ουσία,
θα διηγηθούν.
Και τα νοήματα του κόσμου,
επιτέλους θα αποκαλυφθούν.