Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑ


Στη φίλη μου, Μήνα Μαρκάκη

Παίζαμε ‘κορώνα ή γράμματα γελώντας.
Γιατί το άσπρο χέρι σου κρύβει το νικητή;
Ένα μαχαίρι δίπλα σου και τη ζωή αγαπώντας,
Το πέταξες με δύναμη στης θάλασσας τη γη.

Δύο μάτια δίχρωμα, αδιάφορα κοιτούν,
Του κόσμου τις άφθαρτες αράδες για να μάθουν.
Θα περάσει όμως ο καιρός, κάποια μέρα θα φθαρούν,
Και εκείνα το μήνυμα ποτέ τους δε θά 'χουν.

Και όμως! Τόσο έξυπνη, τόσο ικανή!
Στους κόλπους του μυαλού σου χωρά ο κόσμος όλος!
Αδάμαστ’ η περιέργειά σου, σε κρύα φυλακή,
Την έχεις κλείσει κι έμεινε φύλακας ο χρόνος.

Για τους άγνωστους, ψυχρός κι ανέγγιχτος πάγος.
Άχρωμη, άοσμη, δίχως λόγο και αιτία.
Κι όμως, τυχεροί όσοι τους φανερώθηκε ο μάγος,
Με της ψυχής σου τη μυστήρια τη μαγεία.

Το νόμισμα γυρνά, λαμποκοπούν δυο όψεις.
Τόσο διαφορετικές, όμως και τόσο ίδιες.
Σαν του από καιρό χαμένου μαχαιριού τις δυο κόψεις,
Που βαθιά σε κάθε θάλασσα θαρρείς πως είδες.




Μηνούλα μου, το άλλαξα λίγο...