Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΦΩΝΩΝ


Mουρμουρητά και ήχοι,
Σαν της καρδιάς μου χτύποι,
Ηχούν μες στο μυαλό μου.

Τύμπανα που χτυπούνε,
Σκυλιά που αλυχτούνε,
Στο πέρασμα του χρόνου.

Παίζει αυλό ο Πάνας,
Στριγκοί λυγμοί μιας μάνας,
Που’ χασε το παιδί της.

Καμπάνες κουδουνίζουν,
Μικρά παιδιά στριγκλίζουν,
Να ενωθούν μαζί της.

Συμφωνία των φωνών,
Ψιθύρων και ουρλιαχτών,
Παίζουν με τον αγέρα.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΟΥ ΤΑΞΙΔΙ


Όλη μου τη ζωή ονειρευόμουνα ταξίδια.
Άγνωστες χώρες, ξωτικές, πάντοτε λαχταρούσα.
Του τόπου μου τα σύνορα με ζώναν σαν τα φίδια.
Αργά μου σφίγγαν το λαιμό, γοργά ασφυκτιούσα.

Στον ορίζοντα δεν υπήρχαν όρια για μένα.
Με τα δυο μου μάτια έβλεπα κάμπους και κοιλάδες.
Σ’ έναν μυστήριο αράπη χτύπησα με χένα,
Μια σκούρη γκρίζα άγκυρα, στολισμένη με χάντρες.

Αποχαιρετούσα τα πλοία από το λιμάνι.
Να με πάρουνε μαζί τους, κρυφά παρακαλούσα.
Στη ζωή μας όμως, η θέληση ποτέ δε φτάνει.
Με δακρυσμένα τα μάτια, να φεύγουν τα κοιτούσα.

Τώρα, που για το ταξίδι μου το πρώτο ξεκινώ,
Δεν ξέρω πώς να αισθανθώ, δεν ξέρω πώς να νιώσω.
Πάντοτε πίστευα πως βαθιά μέσα μου θα χαρώ.
Τώρα όμως φοβάμαι ότι θα το μετανιώσω.

Δεν ξέρω πώς θα φύγω. Με τραίνο, μ’ αεροπλάνο;
Αν είμαι τυχερός, θα έρθει να με πάρει πλοίο.
Ψάρια του γλυκού νερού στο ταξίδι μου θα πιάνω.
Στον καραβοκύρη σαν όβολο θα δώσω δύο.

Κι αφού περάσω στ’ Αχέροντα την άλλη την πλευρά,
Μυθικά πλάσματα θα’ ρθουν να με προϋπαντήσουν.
Εφτά μέρες θα ταξιδεύω παρέα με θεριά,
Ώσπου την όγδοη μέρα, στο τέλος θα μ’ αφήσουν.

Στης εκκλησιάς κάθομαι την κρήνη.
Κάθομαι μονάχος μου και κλαίω.
Της ζωής το πρώτο μου ταξίδι.
Το πρώτο, μα και το τελευταίο.